Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

SATOKO FUJII ORCHESTRA NEW YORK Φουκουσίμα

Να επικαιροποιήσουμε κάτι που είχαμε γράψει πριν λίγο καιρό…
Οι ορχήστρες τής πιανίστριας Satoko Fujii (πλην των πολλών άλλων πρότζεκτ της) δεν είναι μία, ούτε δύο, αλλά… πέντε! Από το 1997 με την Satoko Fujii Orchestra New York, μέχρι το έσχατο Fukushima [Libra, 2017] της ίδιας πάλι ορχήστρας δεν έχουν μεσολαβήσει μόνον οι… Satoko Fujii Orchestra Nagoya, Satoko Fujii Orchestra Berlin, Satoko Fujii Orchestra Tokyo και Satoko Fujii Orchestra Kobe, αλλά και 19 μεγάλοι δίσκοι –τέτοιοι, «μεγάλοι», είναι σίγουρα οι μισοί και το λέω γιατί τους έχω ακούσει– με τον παρόντα εικοστό να αφορά στην εν λόγω κυκλοφορία τής Libra Records.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Το δέκατο(;) άλμπουμ της ιαπωνίδας συνθέτριας, πιανίστριας και αυτοσχεδιάστριας με την ορχήστρα της τής Νέας Υόρκης (εδώ η Fujii αρκείται μόνο στους ρόλους της συνθέτριας και της διευθύντριας), που αποκαλείται “Fukushima”, όπως γράψαμε και πιο πάνω, και που ολοκληρώνεται εις… ανάμνηση του φοβερού πυρηνικού δυστυχήματος, που συνέβη στην πόλη αυτή της Ιαπωνίας, τον Μάρτιο του 2011.
Τι μουσική, μπορείς να γράψεις εμπνεόμενος (με αρνητικό πρόσημο εννοείται) από ένα τέτοιο γεγονός; Και μάλιστα τι μουσική μπορεί να γράψει ένας Ιάπωνας ή μια Ιαπωνίδα, για ένα θέμα σαν κι αυτό, που θα επηρεάζει και θα καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων για αιώνες; (Η Ιαπωνία είναι μια μικρή χώρα, αν τη δεις σε σχέση με τη διάδοση της ραδιενέργειας, καθώς το Τόκιο, για παράδειγμα, απέχει από τη Φουκουσίμα μόλις 289 χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο). Είναι ένα θέμα, λοιπόν, που δεν έχει εύκολη απάντηση, πόσω μάλλον αν δεν είσαι Ιάπωνας και δεν μπορείς να αντιληφθείς, στην ολότητά του, το μέγεθος της καταστροφής.
Η ορχήστρα της Fujii είναι μεσαίου μεγέθους, καθώς αποτελείται από δεκατρία μέλη, με τον τρομπετίστα Natsuki Tamura πάντα παρόντα και με δώδεκα ακόμη άξιους συνοδοιπόρους-αυτοσχεδιαστές, όπως είναι οι Oscar Noriega άλτο, Tony Malaby τενόρο, Dave Ballou τρομπέτα, Joey Sellers τρομπόνι και Nels Cline κιθάρα, που τα δίνουν όλα. Εννοώ πως στο “Fukushima” η ορχήστρα παίζει «τα πάντα» μέσα στα όρια της σύγχρονης jazz-avant.
Υπάρχουν ωραίες λυρικές συνθέσεις ή καλύτερα λυρικά, επιτάφια, μέρη, που δείχνουν τις αληθινές δυνατότητες της Fujii να δομεί μουσική για όλο τον κόσμο με μεγάλη συναισθηματική δύναμη (άκου ας πούμε τo δεύτερο 16λεπτo track, αλλά και το τέταρτο 18λεπτο κατά τόπους), όπως και συνθέσεις-μέρη συνθέσεων που ακούγονται εντελώς προχωρημένα, με καινοφανή ηχοχρώματα και απροσδιόριστες «συνομιλίες». Βεβαίως (και) οι νεοϋορκέζοι αυτοσχεδιαστές είναι αποδεδειγμένα εξαιρετικοί, κάνοντας με αληθινά εμπνευσμένο τρόπο το όραμα τής Satoko Fujii χειροπιαστό.
Ακόμη ένα άλμπουμ… στα τόσα, για την ιαπωνίδα συνθέτρια και διευθύντρια ορχήστρας εδώ, που ως ακροατή σε… ισοπεδώνει.
Επαφή: www.satokofujii.com

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

JEAN-MARC FOUSSAT / ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ μαγικο-θρησκευτικο-επιστημονικά δρώμενα

Το Substunce Sans Scrupule [Άγιος Άνθρωπος/ Ηρακλής/ Coherent States/ more mars/ noise-below/ Robbery Alarm Records, 2017] είναι μια συμπαραγωγή έξι(!) ελληνικών labels (υποθέτω πως και το Robbery Alarm είναι ελληνικό), που υπογράφουν ο γνωστός στο χώρο του ηλεκτρονικού πειραματισμού Γαλλοαλγερινός Jean-Marc Foussat και ο έλληνας συνάδελφός του Γεώργιος Καραμανωλάκης (από Οδός 55 κ.λπ.).
Για το ποιος είναι ο Foussat μπορεί ο καθείς να ανατρέξει στο δίκτυο (να διαβάσει και ν’ ακούσει). Επιγραμματικώς να πούμε πως ο άνθρωπος βρίσκεται στη σκηνή από τα πρώτα χρόνια του ’70, ως μέλος διαφόρων πειραματικών progressive συνόλων (Phyllauxckzairrâh N° III, Le Lézard Marçio κ.ά.), εγγραφές των οποίων ακούστηκαν για πρώτη φορά στο τετραπλό CDAlternative Oblique” το 2015 και πως η προσωπική δισκογραφία του (στο discogs) περιλαμβάνει 20 άλμπουμ (πέραν των συμμετοχών του σε άλλες ομάδες). Αυτός λοιπόν ο μουσικός, με τα πολλά και σοβαρά credits, συνεργάζεται με τον Καραμανωλάκη για τη δημιουργία ενός άλμπουμ, που μπορεί να… τρυπήσει αυτιά με τη δύναμη και την οξύτητα των ηχητικών κυμάτων του.
Με ένα κομμάτι ανά πλευρά, το Substunce Sans Scrupule” δεν είναι ένα LP για τον καθέναν. Είναι ένα άλμπουμ για… τριακόσιους αυστηρά μυημένους στα πεδία της σκληρής musique concrète (από François Bayle, Bernard Parmegiani και πέρα…) και κυρίως εκείνης της εικονοκλαστικής επέκτασής της προς τον ακραίο ηλεκτροστατισμό και τον έντονο, και παρατεταμένο συχνά, θόρυβο.
Οι δύο πειραματιστές, και στα δύο tracks του LP, το “Substunce sans scrupule” και το «Μαγικο-θρησκευτικο-επιστημονικά δρώμενα», μετέρχονται πλήθος ηλεκτρονικών πηγών (το κλασικό EMS Synthi AKS είναι βασικό, μα και άλλα διάφορα μηχανήματα, που μανιπουλάρουν φωνές και ήχους, όπως και πιο συμβατικές ακουστικές πηγές, παιγνίδια φερ’ ειπείν ή jews harps, που χειρίζεται ο Foussat), κατορθώνοντας να δημιουργήσουν, ιδίως στην περίπτωση του «δρωμένου», μιαν εξώκοσμη και ταυτοχρόνως χθόνια κατάσταση, ανακατεύοντας προχωρημένους ήχους με αρχέγονες παραδοξότητες (και βασικά φωνές). Το αποτέλεσμα αυτής της αυθόρμητης(;) συνύπαρξης είναι πλήρως υποβλητικό ως άκουσμα και πολύ κοντά ή μάλλον πάνω-καταπάνω (και) σ’ εκείνο που, μέσω τίτλου, εξωφύλλου και ενθέτου (στο εικαστικό μέρος αναφέρομαι), οι δύο πειραματιστές προβάλλουν. Τον συνδυασμό εννοώ του παγανιστικού χθες με το ορθολογικό σήμερα.
Πρέπει ν’ ακούσει κάποιος για να μπει αληθινά στο πνεύμα...

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 71

16/1/2018
Οι μπαρούφες που γράφονται, εδώ, δεν χρήζουν ανάλυσης. Σχεδόν κάθε λέξη θέλει πολυποίκιλο διόρθωμα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους… Αμερικάνους Cream.
Τέσσερις άνθρωποι, που πληρώθηκαν για να γράψουν το βιβλίο Μουσικής της Α Γενικού Λυκείου, δεν μπορούν να διατυπώσουν σε κατανοητά ελληνικά ό,τι μετέφρασαν από τ’ αγγλικά.
Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι τα «καλά αγγλικά», που μπορεί να ξέρει ή να μην ξέρει κάποιος (Έλληνας). Το μεγάλο πρόβλημα είναι η άγνοια της ροής της ελληνικής γλώσσας, από 'κείνους που καλούνται να γράψουν σχολικά βιβλία. Είναι τα ανεπαρκή ελληνικά τους.

15/1/2018 
Πάντα χρειάζεται να είσαι cool και ο... ζάπλουτος σαγόνιας εδώ δείχνει ένα δρόμο τέλος πάντων, μ' αυτό το απίθανο, κάπως σαν ψίθυρος, τραγούδισμα...

15/1/2018 
«Πού μπορείς να φας κρέπες ακούγοντας τζαζ»;
Η τζαζ στην Ελλάδα –αυτό που εννοούν διάφοροι τυχάρπαστοι ως τζαζ– παραμένει δυστυχώς από τα τέλη του ’80 και οπωσδήποτε από τα nineties και μετά (όταν για… τζαζ άρχισαν να γράφουν τα περιοδικά του Κωστόπουλου και εν συνεχεία σχεδόν όλα τα ανάλογα υπόλοιπα) ένα συστατικό κομμάτι του κολωνακιώτικου life-style. Αυτού του γελοίου life-style, θέλω να πω, που συνέδεσε την τζαζ με τα φράγκα και την καλοπέραση… τους λιγούρηδες με τα πούρα και τα σούργελα με τα κουλτουρέ νυχτερινά ντυσίματα. 
Εντάξει, τώρα το πράγμα έχει «κάτσει», αλλά δεν έχει παύσει να εκπέμπεται από καιρού εις καιρόν η ίδια αηδία, έστω και σε μικροποσότητες…

14/1/2018 
KYΡΙΑΚΗ

Κυριακή μες στο χειμώνα, 
Κυριακή χωρίς φωτιά
και τα κρύα χέρια μόνα 
πάνω στ’ άγραφα χαρτιά. 

Με τα χέρια στα μαλλιά μου
άσκοπα κοιτάζω μπρος μου:
είναι, τάχα, τα χαρτιά μου
η κατάκτηση του κόσμου;

Κυριακή μες στο χειμώνα
με τις νοσταλγίες του θέρου•
κρύα χέρια, χέρια μόνα
στ’ ωχρό πρόσωπο ενός γέρου.

Αχ, οι δρόμοι ειν’ όλοι άδειοι
μα τα μάτια μου ειν’ εκεί
και τους βλέπω ένα βράδυ
καλοκαίρι, Κυριακή…

Νοσταλγίες που ζουν μάταια
στ’ αυγουστιάτικο όνειρό των,
τότε που ήτανε τα μάτια
ταχυδρόμοι των ερώτων.

Κυριακή μες στο χειμώνα:
το βιβλίο και το γραφείο
κι η καρδιά μέσα στο σώμα
τάφος σε νεκροταφείο.
Μήτσος Παπανικολάου «Ποιήματα» (εισαγωγή και επιμέλεια Τάσου Κόρφη), Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1966
(Ποιήματα αντιγραμμένα πάντα από βιβλία, ποτέ από το internet)

τρία CD σύγχρονης jazz από το Βέλγιο, την Αυστρία και τη Σουηδία

DE GROOTE-FAES DUO: Symphony for 2 Little Boys [Vlaamsekunst / Sabam, 2017]
Το λέει το όνομά τους. Το Groote-Faes duo είναι ένα ντουέτο (από την Αμβέρσα), το οποίο αποτελούν οι Bruno de Groote ηλεκτρική κιθάρα και Ben Faes κοντραμπάσο… με τον σημαντικό τρομπετίστα Dave Douglas να συνοδεύει σε τρία κομμάτια και με το ύφος των συνθέσεων του σχήματος να είναι ενδιαφέρον και σίγουρα ποικίλο. 
Αναλόγως με τη σύνθεση διαμορφώνονται-εμφανίζονται και οι επιρροές τού ντούο, που είναι σε γενικές γραμμές… ευρέος φάσματος. Υπάρχουν συνθέσεις, όπως φερ’ ειπείν η αρχική “Le métropolitain”, στις οποίες ανιχνεύεις rock ακόρντα, άλλες, όπως η επόμενη “Bastien” στην οποία «πιάνεις» μέχρι Μπαχ και άλλες, όπως η τρίτη στη σειρά “Fermeture”, που ανακαλούν στη μνήμη περισσότερο avant-πειραματικές-ethnic διαστάσεις στην παράδοση ορισμένων projects του John Zorn (των Masada φερ’ ειπείν).
Η ποικιλία και η ολοφάνερη ανάγκη για «παιγνίδι» είναι ό,τι μετατρέπει το “Symphony for 2 Little Boys” σ’ ένα άλμπουμ ευχάριστο, που δεν χάνεται κάτω από το βάρος των αναφορών του. Απεναντίας, τούτες υποτάσσονται στην ευστροφία των μουσικών.
SALESNY / SCHABATA / PREUSCHL / JOOS: Jekyll & Hyde [JazzWerkstatt / Lotus, 2017]
Η JazzWerkstatt είναι μια δυνατή ετικέτα από την Αυστρία, που καταγράφει χρόνια τώρα την jazz και improv-jazz σκηνή της χώρας. Στο δισκορυχείον υπάρχουν πολλές αναφορές στην JazzWerkstatt και μία ακόμη αφορά στο πιο πρόσφατο άλμπουμ τού άλτο σαξοφωνίστα και μπάσο κλαρινετίστα Clemens Salesny, που έχει τίτλο “Jekyll & Hyde” και που ολοκληρώνεται σε συνεργασία με τους Woody Schabata βιμπράφωνο, Raphael Preuschl bass guitar, μπάσο ukulele και Herbert Joos κορνέτα. Απ’ αυτούς τους μουσικούς ο Schabata έχει υπάρξει μέλος της περίφημης Vienna Art Orchestra, ενώ ο Γερμανός Herbert Joos είναι ένας αναγνωρισμένος αυτοσχεδιαστής, με δισκογραφία σε Japo, FMP, ECM κ.λπ. Αυτοί οι τέσσερις μουσικοί (δύο νεότεροι και δύο «καραβάνες») συνεργάζονται, εδώ, σ’ ένα σετ δώδεκα πρωτότυπων tracks, που δύσκολα σε αφήνουν αδιάφορο ή ασυγκίνητο.
Η μουσική του κουαρτέτου, που είναι, γενικώς, μέσου και αργού τέμπου, με πολύ λελογισμένες εξάρσεις, διαθέτει κάτι το ανεπιτήδευτα παλιομοδίτικο – κάτι σαν… noir jazz ορισμένες φορές, έτοιμη να «ντύσει» ανάλογες κινηματογραφικές εικόνες. Όχι πως δεν υπάρχουν και πιο ελεύθερες αυτοσχεδιαστικές στιγμές, μέσα στις οποίες εμπεριέχεται ακόμη και το πείραμα, αλλά, να, συχνά τα κομμάτια των Salesny, Schabata, Preuschl και Joos διαθέτουν αυτό το κλασικό bop και bluesy feeling, που δεν απαιτεί πολλά τερτίπια, για να σου αποδώσει το μέγιστο.
DAVID’S ANGELS: Traces [Kopasetic Productions, 2017]
Οι Davids Angels είναι ένα κουαρτέτο από τη Σουηδία, που ξεχωρίζει για ένα λόγο. Ένα από τα τέσσερα βασικά όργανα των μελών του είναι η… φωνή. Η φωνή ως όργανο-όργανο (με βοκαλισμούς κ.λπ.), αλλά και ως τυπική φωνή, ως απλό όργανο δηλαδή, τραγουδώντας. Συνηθισμένο; Δεν θα το έλεγα… Μέλη των Davids Angels είναι η Sofie Norling φωνή, η Maggi Olin fender rhodes, πιάνο, ο David Carlsson μπάσο και η Michala Østergaard-Nielsen ντραμς. Τρεις γυναίκες κι ένας άντρας, που δημιουργούν μια σειρά πρωτότυπων συνθέσεων (μουσική και στίχοι από τα μέλη του γκρουπ δηλαδή), οι οποίες ακούγονται αρκούντως cool και… nordic.
Με στίχους ερωτικούς και… εσωτερικούς, κάπως σαν μονολόγους δηλαδή, και με την παρουσία της επιφανούς Ingrid Jensen στην τρομπέτα, σε τρία tracks, το “Traces” –τρίτο CD των Davids Angels– είναι ένα άλμπουμ, που κρατά το ενδιαφέρον, ιδίως όταν γίνεται πιο… fusion, τύπου Canterbury, και… αφηρημένο. Κομμάτια όπως τo Extra guld” και το “Dust” (που δεν έχουν τραγούδι, αλλά βοκαλισμούς) ή ακόμη και το (τραγούδι) “Mountains”, που ακούγεται περισσότερο σαν folk, κάνουν οπωσδήποτε το σουηδικό σχήμα να ξεχωρίζει.
Επαφή: www.davidsangels.se

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

διάφορες ανακρίβειες που γράφονται σχετικώς με τον Τζίμη Πανούση…

>>Και αν δεν ξέρω εγώ, που τον παρακολουθώ σχεδόν 40 χρόνια, ποιος θα ήξερε;<<
>>Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στην ανατολή της δεκαετίας του ’80 μία κασέτα βρισκόταν σχεδόν σε όλα τα καρότσια των πειρατών-εμπόρων που έβγαζαν μεροκάματο στα Πανεπιστήμια. ΣTH ΡΑΧΗ ΤΗΣ ΕΓΡΑΦΕ «ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΑΞΙΑΡΧΙΕΣ» (…)<<
>>Όταν η ίδια κασέτα έγινε δίσκος ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’80, οι επίμαχες λέξεις καλύφθηκαν με ηχητικό τόνο. Αργότερα τα τραγούδια επανακυκλοφόρησαν χωρίς λογοκρισία<<

Είναι ορισμένοι, σαν τον Κώστα Γιαννακίδη στο protagon, που θέλουν να το παίξουν «πανουσικοί», αλλά δεν τους βγαίνει. Μπορεί εκθέσεις να έγραφε καλές ο Γιαννακίδης στο Γυμνάσιο, αλλά σαν πανουσο-γραφιάς δείχνει ότι είναι άσχετος και αρπακόλας, αφού νομίζει πως η κασέτα στη ράχη έγραφε «Μουσικές Ταξιαρχίες» ενώ έγραφε «DISCO TSOUTSOUNI» και πως η κασέτα έγινε δίσκος στα μέσα του ’80, ενώ έγινε CD το 1996 και βινύλιο το 2013. Μπερδεύει δε την κασέτα, που δεν ήταν λογοκριμένη φυσικά, με το άλμπουμ «Αν η Γιαγιά μου είχε Ρουλεμάν» (1984), που ήταν λογοκριμένο με «μπιπ» (σε επίμαχες λέξεις).
Και κάτι ακόμη για ’κείνη την λεγόμενη «παράνομη κασέτα» των Μουσικών Ταξιαρχιών, επειδή διαβάζω διάφορες μπαρούφες σχεδόν παντού (Ελεύθερος Τύπος, popaganda, Το Ποντίκι κ.λπ.).
Η κασέτα δεν κυκλοφόρησε το 1978-79, αλλά το 1980 προς ’81. Επίσης διαβάζουμε πως τα τραγούδια είναι ηχογραφημένα πριν το 1977(!) – κι αυτό λάθος είναι. Βλακείες είχε πει ο μακαρίτης και στο lifo.gr (στην Κατερίνα Ι. Ανέστη) πως… «Η πρώτη μου εμφάνιση στη δισκογραφία το 1978, με μια παράνομη κασέτα, έγινε με την επωνυμία “Ο Τζιμάκος και οι Μουσικές Ταξιαρχίες”».
Όπως έγραφε ο παλιός Μηλάτος στο Ποπ & Ροκ (#54, 8/1982):
«Στα τέλη του 1980, οι Μουσικές Ταξιαρχίες, εμφανίζονται στο μουσικό προσκήνιο, κατόπιν πρωτοβουλίας του Πανούση, που αποφάσισε με προσωπικά έξοδα να ηχογραφήσει τη δουλειά και να την κυκλοφορήσει σε κασέτα ανεξάρτητης παραγωγής, ενώ ο Βέκιος, ο Πάζιος και ο Φουρνιάδης, σταματούν τη συνεργασία τους με τους αδιεξοδικούς[sic] Bicycle του Θόδωρου Παπαντίνα. Με τη συμμετοχή του Βαγγέλη Σβάρνα (σαξόφωνο, δεύτερη κιθάρα) και του Άκη Δαούτη (μπάσσο), ηχογραφούν στο Mastersound και στις αρχές του 1981, κυκλοφορεί η κασέτα τους ‘Disco Tsoutsouni’ που από την πρώτη στιγμή δημιούργησε αίσθηση».
Αλλά και να μην έγραφε τα παραπάνω ο Μηλάτος είναι ολοφάνερο, λόγω ήχου, πως τέτοια τραγούδια δεν μπορεί να είχαν ηχογραφηθεί πριν το 1977. Κατ’ αρχάς, πριν το 1977, κανείς Έλληνας δεν θα υπέγραφε κασέτα, τραγούδι, ό,τι να ’ναι τέλος πάντων, με τη λέξη disco στον τίτλο. Αφήνω το γεγονός πως το «Αποκάλυψη Τώρα» (τραγούδι της κασέτας) προβλήθηκε σαν ταινία το 1979.
Και το εξής. Τι σημαίνει «παράνομη κασέτα»; Είχε κυνηγήσει κανείς, τότε, τον Πανούση επειδή έβγαλε κασέτα; Μαζέψανε την κασέτα του από τους πάγκους; Τον πιάσανε γι’ αυτό το λόγο; Όχι βέβαια. Με κανένα τρόπο δεν ήταν «παράνομη» η κασέτα, ούτε φυσικά λογοκριμένη (αφού την έβγαλε μόνος του), εκτός κι αν εννοούν ορισμένοι πως ο Πανούσης δεν είχε… παραστατικά. Άμα είναι έτσι, ok. (Υπενθυμίζω πως οι περιπέτειες του Πανούση με τη δικαιοσύνη άρχισαν μετά τον Απρίλη του ’81 και τη συναυλία της Καρδίτσας και πως δεν είχαν καμία σχέση με την κασέτα).

η ΜΠΕΤΤΥ ΧΑΡΛΑΥΤΗ στον κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη

Η δισκογραφία με έργα, συνθέσεις, τραγούδια τού Μίκη Θεοδωράκη είναι, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, τεράστια… και κάθε φορά δεν γίνεται παρά να αναρωτιέσαι αν έχει νόημα μία ακόμη δισκογράφηση γνωστών ή και λιγότερο γνωστόν, ίσως, τραγουδιών του από νεότερους ερμηνευτές, εκτελεστές κ.λπ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται πως έχει νόημα πάντως, καθότι το άλμπουμ «Η Μπέττυ Χαρλαύτη στον Κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη» [ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ήχων αληθινών, 2017], όπως διαβάζω και στο σχετικό δελτίο Τύπου, «είναι ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη με συμφωνικό ήχο». Αν είναι όντως έτσι, που πιθανόν να είναι (προσωπικώς, δεν μπορεί να είμαι βέβαιος για τίποτα, αν μιλάμε για την απέραντη συγκεκριμένη δισκογραφία), τότε το εν λόγω CD έχει, από τη σύλληψή του ήδη, μια κάποια ξεχωριστή αξία – πόσω μάλλον, όταν, εδώ, έχουμε να κάνουμε με μιαν αναγνωρισμένη mezzo, και ακόμη με την πολυμελή Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ να συνοδεύει (υπό τη διεύθυνση του Στάθη Σούλη). Στα ατού τού CD, προσέτι, οι guests Zülfü Livaneli, Μαρία Φαραντούρη, Γιώργος Περρής, τα δύο ανέκδοτα τραγούδια του Θεοδωράκη (που αποκτούν θέση ισάξια ανάμεσα στα υπόλοιπα γνωστά), βεβαίως το ρεπερτόριο αυτό καθ’ αυτό, με την πλούσια ενορχήστρωση του Γιάννη Μπελώνη, και τέλος η ωραία εγγραφή στο στούντιο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης.
Γενικώς λοιπόν θα πω πως το άλμπουμ στέκεται «μια χαρά» και παρά το γεγονός πως πολλά από τα τραγούδια που ακούγονται εδώ είναι πασίγνωστα («Μαγιοπούλα», «Το γελαστό παιδί», «Άσμα ασμάτων», «Όμορφη πόλη»…), εντούτοις δεν χάνουν ούτε όσον αφορά στον απαιτούμενο λυρισμό τους (τα λυρικά), ούτε όσον αφορά στη δυναμική τους (τα επικά). Έχουμε δηλαδή ένα ισορροπημένο σύνολο, το οποίον ευθυγραμμίζεται από τη φωνή κατ’ αρχάς της Χαρλαύτη, που ενώνει με συνετή εκφραστικότητα, διαφορετικά ή και εντελώς διαφορετικά τραγούδια (φορτίσεων, εποχών κ.λπ.) και εν συνεχεία από την ενορχήστρωση/ διεύθυνση/ απόδοση, άπασες συνετές (και αυτές) χωρίς υπερβολές και επιδείξεις.
Ωραία, τέλος, τα δύο ανέκδοτα tracks, το «Θέλω να τραγουδήσω (Με το αίμα)» (στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος) και το «Θάλασσα πλατειά» (στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης), καθώς δεν ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα κομμάτια του CD και ακούγονται σαν να είναι γνωστά από χρόνια.
Επαφή: www.musicmirror.gr

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

BLUES REVIVAL 33: MISSISSIPPI FRED McDOWELL (1906-1972)

Ο Mississippi Fred McDowell αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του blues revival. Τρεις είναι οι λόγοι, που επιτρέπουν να το πούμε. Πρώτον, ο McDowell δεν ηχογράφησε στα νιάτα του, πράγμα που σημαίνει πως στα χρόνια τού ’60 αντιμετωπίστηκε σαν «έκπληξη». Δεύτερον, ήταν έξοχος slide κιθαρίστας, με χαρακτηριστικό παίξιμο. Τρίτον, είχε μια φυσική ικανότητα να αυτοσχεδιάζει, να πλάθει, δηλαδή, επί τόπου ολοκληρωμένα τραγούδια. Πέραν τούτων, ο Fred McDowell έζησε, από τότε που βγήκε στο φως, μιαν ήσυχη ζωή, αποκτώντας ευρεία φήμη κυρίως ανάμεσα στους λευκούς εταιρειάρχες και εκδότες – οι οποίοι τον βοήθησαν να δημιουργήσει ένα status, που εν πάση περιπτώσει το δικαιούταν και το άξιζε.
Ο Mississippi Fred McDowell μπορεί να βγήκε από την αφάνεια, όταν τον ανακάλυψε το 1959 ο Alan Lomax, σ’ ένα από τα ταξίδια του στο Νότο, δεν έπαψε όμως ποτέ να είναι ένας εν ενεργεία bluesman. Μέσα σε όλα δηλαδή, πλην των ηχογραφήσεων. Διδάχθηκε ακούγοντας τον Blind Lemon Jefferson και τον Charley Patton, ασκήθηκε στη δύσκολη αγροτική ζωή, έπαιξε και τραγούδησε δημοσίως, χρόνια πριν μπει στο στούντιο. Υπήρξε, εν ολίγοις, την εποχή που εντοπίστηκε ένας ολοκληρωμένος bluesman.
Οι πρώτες εγγραφές τού Fred McDowell θα γίνουν φυσικά για τον Alan Lomax, το 1959 και κάποιες απ’ αυτές θα κυκλοφορήσουν σ’ ένα ιστορικό πλέον LP της Atlantic, το “The Blues Roll On”, το 1960 (στο ίδιο άλμπουμ ακούγονταν, επίσης, εγγραφές των Forest City Joe, John Dudley κ.ά.). Η καμπή, όμως, στη δισκογραφική πια καριέρα τού McDowell θα έρθει με τις ηχογραφήσεις του στην Arhoolie, περί τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ηχογραφήσεις που θα τον αναδείκνυαν πάραυτα σε τρανή μορφή του blues revival.
Φερ’ ειπείν το πρώτο απ’ αυτά τα LP που έκανε για την Arhoolie, το “Delta Blues”, αποτελεί μιαν έξοχη καταγραφή ενός blues feeling, που γινόταν πλέον όλο και πιο σπάνιο στα sixties. Ηχογράφηση από την πόλη Como του Mississippi, την 13η Φεβρουαρίου 1964 από τον ίδιο τον Chris Strachwitz, τον ιδιοκτήτη της εταιρείας. Ανάμεσα στα θέματα και οι έξοχες εκτελέσεις των “Louise”, “61 highway”, “Kokomo blues”, “Shake ’em on down”, “That’s alright” και “When I lay my burden down”. Μεγάλη περίπτωση, επίσης, το “Amazing Grace” στην εταιρεία Testament το 1969, η συνεργασία του δηλαδή με τους Hunters Chapel Singers of Como, στο οποίο ακούγεται και το κλασικό “You got to move” – ένα τραγούδι που τίμησαν διάφοροι και ανάμεσά τους οι Rolling Stones στο “Sticky Fingers”.
Φυσικά, το πέρασμα του Mississippi Fred McDowell στα λευκά ακροατήρια υπήρξε ακαριαίο. Μέλος του American Folk & Blues Festival του 1965, μαζί με τους J.B Lenoir, Buddy Guy και Dr. Ross, θα δώσει παραστάσεις στο Λονδίνο, εκεί όπου θα ηχογραφήσει κιόλας, έχοντας στο πλευρό του, λίγο αργότερα, και την Jo Ann Kelly.
Πολλά από τα τραγούδια τού McDowell, όπως το “You got to move” που προαναφέραμε, αποτελούν από τα sixties και μετά blues στάνταρντ –έτσι προχείρως μπορούμε να θυμηθούμε covers από Cassandra Wilson, Corey Harris, Townes Van Zandt, R.L. Burnside, Mick Taylor, Bonnie Raitt, Jo Ann Kelly–, ενώ οι δίσκοι του, όπως και τα tributes (π.χ. εκείνο στην Telarc από το 2002 με τις συμμετοχές των Paul Geremia, Charlie Musselwhite, Sue Foley, Kenny Neal κ.ά.) βρίσκονται πάντοτε μεταξύ των πιο εμπορικών του χώρου.
Ο Fred McDowell, που θα κάνει κι αυτός ένα ηλεκτρικό άλμπουμ, το “I Do not Play no Rock nRoll” [Capitol], θα πεθάνει μάλλον ξαφνικά στο Memphis το καλοκαίρι του 1972.
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. Various – The Blues Roll On – Atlantic SD 1352 – 1960
2. Delta Blues – Arhoolie F 1021 – 1964 
3. My Home is in the Delta – Testament T-2208 – 1965 (με Annie Mae McDowell) 
4. Vol. 2 – Arhoolie F-1027 – 1966 
5. Long Way from Home – Milestone MSP 93003 – 1966
6. Amazing Grace – Testament T-2219 – 1969 
7. In London Volume One – UK. Transatlantic TRA 194 – 1969
8. In London Volume Two – UK. Transatlantic TRA 203 – 1969 
9. I Do not Play no Rock n’ Roll – Capitol ST-409 – 1969
10. And His Blues Boys – Arhoolie 1046 – 1969 
11. When I Lay my Burden Down – Biograph BLP-12017 – 1970 (με Furry Lewis) 
12. Eight Years Ramblin’… – UK. Revival R.V.S. 1001 – 1971 (με Johnny Woods) 
13. 1904-1972 – Just Sunshine Records JSS-4 – 1973
14. Live in New York – Oblivion OD-1 – 1973 
15. Keep your Lamp Trimmed and Burning – Arhoolie 1068 – 1973
16. Levee Camp Blues – The Origin Jazz Library OJL-8051 – 1980 
17. His First Recordings Following Discovery – UK. Heritage HT 302 – 1982 (rec. 4/1962)
18. Standing at The Burying Ground – UK. Red Lightnin’ RL 0053 – 1984 (με Jo Ann Kelly) 
19. Come and Found You Gone / The Bill Ferris Recordings – Devil Down Records CD001 – 2010 (rec. 8/1967)
20. The Alan Lomax Recordings – Mississippi Records MR-074 – 2011 (rec. 9/1959) 
21. Live 1971 – RockBeat Records ROC-3296 – 2014

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ (1954-2018)

Ο καθένας κρατάει ό,τι γουστάρει από τον Τζίμη Πανούση. Πολλά… λίγα… δεν έχει σημασία. Σαν ένας πανέξυπνος και με πλούσιο έργο λαϊκός δημιουργός, όπως ήταν, είχε κάτι για όλους. Εγώ θα τον θυμάμαι για πολλά, ήδη από τις αρχές του ’80, κι από τα πιο πρόσφατα χρόνια για κάποιες ακόμη ευχές του…
«Πέφτει το κόκκινο αστέρι / κάνω ευχή για να μου φέρει / γροθιά του ’60 στο ’να χέρι / και στ’ άλλο δίκοπο μαχαίρι (…)». RIP.
Παρατηρείται, τώρα, το γελοίο φαινόμενο Τζήμεροι και Μπογδάνοι να χύνουν δάκρυα για τον Πανούση, επειδή ο Τζιμάκος τα έχωνε και στην αριστερά!
Ο Πανούσης –φαίνεται αυτό μέσα από διάφορα τραγούδια του κ.λπ.–, ήταν συναισθηματικά δεμένος με το παράνομο ΚΚΕ, το μαρτυρικό να πούμε. Το ΚΚΕ του Άρη («απ’ του Άρη τα ένδοξα τα χρόνια»), του Μπελογιάννη («Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους / που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό»), των λαϊκών αγώνων, των εξοριών, των κατατρεγμών, θεωρώντας πως το σημερινό ΚΚ είναι πλήρως συμβιβασμένο, φθάνοντας στο σημείο όμως να γράψει ακόμη και μαλακίες, τις οποίες τραγούδησε ο Αγγελάκας («πλάι-πλάι μαζί με χρυσαυγίτες/ ορντινάντσα των καπιταλιστών»).
Δεν μπορεί κανείς να ξέρει τι συνέβαινε στην ψυχή του, στην ψυχή του Πανούση εννοώ –γιατί ο ίδιος κρυβόταν επιμελώς, καθώς δεν μπορούσες να καταλάβεις πότε μιλούσε σοβαρά και πότε έκανε πλάκα–, αλλά κατά βάθος και οπωσδήποτε συναισθηματικά ήταν ταυτισμένος με την μαρτυρική-αγωνιστική και όχι με τη… νόμιμη και κοινοβουλευτική Αριστερά. Απ’ αυτό το σημείο, όμως, μέχρι τα κροκοδείλια δάκρυα των φιλελέδων ανιχνεύεται μόνο το χάος. Και η άθλια κοροϊδία… μέρα που ’ναι…